Μια από τις διδασκαλίες του Βούδα είναι η γνωστή (εκ των υστέρων ομολογώ όχι σε πολλούς) , η διδασκαλία της “σχεδίας” η οποία λέει :
ένας ταξιδιώτης έβλεπε μια μεγάλη έκταση νερού, του οποίου η εγγύς όχθη ήταν επικίνδυνη και τρομακτική και η απώτερη όχθη του ήταν ασφαλής και δίχως φόβο, αλλά δεν υπήρχε ούτε πορθμείο ούτε γέφυρα. Κατόπιν, αφού το συλλογίστηκε αυτό, μάζεψε χόρτα, κλαδιά, κλαδάκια και φύλλα και τα χρησιμοποίησε για να φτιάξει μια σχεδία, υπό την αιγίδα της οποίας, και καταβάλλοντας προσπάθειες με τα χέρια και τα πόδια του, έφτασε σώος στην αντίπερα όχθη. Τότε, όταν πλέον είχε περάσει απέναντι, σκέφτηκε: “Αυτή η σχεδία μού ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη καθώς χάριν σε αυτή έφτασα σώος στην αντίπερα όχθη· ας υποθέσουμε ότι την έβαζα στο κεφάλι μου ή την έπαιρνα στον ώμο μου και πήγαινα εκεί που θέλω να πάω;”



